Ποῦ νἆναι καὶ τι νἄχουν ἀπογίνει
τὰ μπλὲ καὶ πράσινα τὰ πεφταστέρια;
Τὶς νύχτες μοῦ στεροῦσαν τὴν γαλήνη,
τροπολογίες μὲς στὰ καλοκαίρια,
μὲ ψήφους τὰ ῥουσφέτια ἀγορασμένα.
Γιὰ σᾶς εἶχε ἡ ὀργή μου ξεχειλίσει,
στὶς κάλπες ὦ σᾶς εἶχα ἐγὼ μαυρίσει,
τῆς Συγγροῦ τὰ κλωνάρια τ’ἀνθισμένα.
Ὁ γλυκύτατος Ἄκης ἀπὸ σπίτι,
μὲ λάμψι ἀριστοκράτη ζωντοχήρου,
ὁ Μαντέλης ἀγκαλιὰ μὲ τὸν Μπεγλίτη
κι ὁ Μαγγίνας σ’ἐνατένισι τοῦ ἀπείρου·
ἀκρίδες, τρωκτικὰ ἐκπαιδευμένα,
διψοῦσε ἡ μουτσούνα τους γιὰ ὀθόνη,
πρασινογάλαζη ἔστηναν ἀγχόνη
τῆς Συγγροῦ τὰ κλωνάρια τ’ἀνθισμένα.
Τι ν’ἀπόγινεν ἡ Ἄννα τ’ἀηδονάκι
ποὺ μίλαγε τὰ ἐγγλέζικα καθάρια,
τῆς Πάλλη-Πετραλιᾶ τὸ ταγεράκι
ποὺ ἔλαμπε σὰν δώδεκα φεγγάρια·
Ντόρα, Φώφη, ὦ τζάκια τιμημένα,
ποὺ εἴχατε αἰσχρὰ ψηφοθηρίσει;
Ἀπλήρωτο τὸ νοῖκι ἔχουν ἀφήσει
τῆς Συγγροῦ τὰ κλωνάρια τ’ἀνθισμένα.
Πρίγκηψ, ἂν κάπως ἀγαπᾶτε ἐμένα
καὶ θέλετε τὴν ψῆφο μου, ἐλᾶτε
καὶ κόψτε ἀπὸ τὴν ῥίζα –μὴ κοτᾶτε–
τῆς Συγγροῦ τὰ κλωνάρια τ’ἀνθισμένα.
