Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Διωτογένης, ὄχι Διογένης οὔτε Διονύσιος!

Ἀναδημοσιεύω γιὰ ἀρχειακοὺς λόγους σήμερα τὸ ἀπὸ 27/10/2014 δημοσιευμένο στὸ ἱστολόγιο τοῦ Ν. Σαραντάκου ἄρθρο μου. Ἐπειδή ἡ ἀναδημοσίευσι γίνεται μὲ τὴν μέθοδο τῆς ἀντιγραφῆς κι ἐπικολλήσεως (ἀλλάζω μόνο τὶς λέξεις ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἐδῶ διαφορετικὴ χωροταξία τῶν φωτογραφιῶν) τὸ ἄρθρο θὰ φαίνεται στὸ μονοτονικό. Κρατῶ μὲ πλάγια καὶ ἐντονώτερα γράμματα καὶ  τὰ ὅσα προλογικὰ κι ἐπιλογικὰ εἶχε τὴν καλωσύνη νὰ προσθέσῃ ὁ κ. Σαραντᾶκος γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ δικοῦ του ἱστολογίου. Κάποιες δικές του μικροπροσθῆκες-μικροσχόλια ἐντὸς τοῦ κειμένου φέρουν δίκην ὑπογραφῆς τὰ ἀρχικά του. Κρατῶ τέλος καὶ τὸν τίτλο ποὺ ὁ ἴδιος ἔδωσε στὸ ἄρθρο.

Tο σημερινό άρθρο είναι προσφορά του Κορνήλιου και σ’ αυτόν ανήκει ο όποιος έπαινος. Η δική μου συμβολή βρίσκεται στο ότι τον ενθάρρυνα να ψάξει το θέμα και να το γράψει, καθώς και σε μερικά δευτερεύοντα που αναζήτησα. Το κείμενο ο Κορνήλιος το έστειλε σε πολυτονικό, αλλά στη συζήτηση που κάναμε τον ρώτησα «Να το μονοτονίσω;» Δεν μου απάντησε, και επειδή σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο «ο σιωπών δοκεί συναινείν» το μονοτόνισα.
Το κείμενο το θεωρώ σημαντικό διότι, όπως θα δείτε, βρίσκει την πατρότητα ενός αποφθέγματος που ακούγεται αρκετά και που έχει φτάσει είτε με άγνωστο είτε με λάθος πατέρα ίσαμε τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Η αναζήτηση μάλιστα είναι συναρπαστική και θυμίζει λίγο τη δουλειά του ντετέκτιβ, αφού έχει και απροσδόκητη ανατροπή της κατάστασης. Παρόλο που το άρθρο είναι μεγάλο, αξίζει να διαβαστεί ως το τέλος. Αλλά δεν λέω περισσότερα και δίνω τον λόγο στον Κορνήλιο:
diotogenesΉταν η αρχή της σχολικής περιόδου όταν σε μια βόλτα μου στήν πόλι μού μοίρασαν το διαφημιστικό φυλλάδιο που βλέπετε στην πρώτη εικόνα..
Τρία πράγματα μου τράβηξαν την προσοχή και μου δημιούργησαν ισάριθμες απορίες.
α. Γιατί ένα αρχαίο ελληνικό ρητό να παρατίθεται αγγλιστί; Ναι, είναι γνωστή η εμπορική συνήθεια να χρησιμοποιούνται διάφορα σλόγκαν στα αγγλικά ακόμη κι όταν το κοινό στο οποίο αυτά απευθύνονται είναι αποκλειστικά ελληνικό: το ξενόγλωσσο περιτύλιγμα οπλίζει το προωθούμενο προΐόν με μια επίφασι κύρους στην συνείδησι του νεοέλληνα καταναλωτή. Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα αρχαίο ελληνικό ρητό νά πάρει ο διάολος, κι αν η επίκλησι στην αρχαία προγονική αυθεντία λειτουργεί κατά τους εμπνευστές τής διαφημίσεως αποτελεσματικά γιατί το απόφθεγμα να μην τσιτάρεται στο πρωτότυπο και ίσως με μια μετάφρασι από κάτω; Αυτό δεν θα ‘ταν πιο σύμφωνο με το όλο πνεύμα τού συγκεκριμένου διαφημιστικού σχεδιασμού;
β. Γιατί το όνομα του Διογένη, στον οποίο κατά τό φυλλάδιο αποδίδεται το ρητό, γράφεται κι αυτό στα αγγλικά; Και -το πιο αστείο- γιατί τα ελληνικά εμφανίζονται επιτέλους κάτω από το όνομα του Διογένη στο -ούτως είπείν- σύντομο βιογραφικό του;

γ. Αν η υπόθεσι περί των αγγλικών ως διαφημιστικού κόλπου ίσχυε, τότε πώς εξηγείται ότι σε ολόκληρο το εσωτερικό τού φυλλαδίου –με την εύλογη εξαίρεσι της διαδικτυακής διευθύνσεως- δεν συναντάμε όχι μόνο λέξι στα αγγλικά, αλλά ούτε λατινικό χαρακτήρα για δείγμα;
diotogenes2
diotogenes3
Έχουμε λοιπόν ένα φυλλάδιο που α. απευθύνεται σε ελληνόφωνο κοινό, β. προτάσσει ως διαφημιστικό σλόγκαν ένα αρχαίο ελληνικό ρητό μεταφρασμένο στα αγγλικά και γ. είναι κατά τα άλλα εξ ολοκλήρου γραμμένο στα ελληνικά.
diotogenes4 Είναι όμως το ρητό πράγματι μεταφρασμένο στα αγγλικά; Μήπως ο λόγος που παρατέθηκε στα αγγλικά είναι ότι και στα αγγλικά διατυπώθηκε; Μήπως το ξεσήκωσαν από κάποια ιστοσελίδα με γνωμολόγια και δεν μπόρεσαν πουθενά να βρουν σε κάποιο αρχαίο κείμενο τέτοιο ρητό αποδιδόμενο στον Διογένη; (Σιγά μην έψαξαν – σχόλιο Ν.Σ.)
Η παραπάνω φωτογραφία προέρχεται από τo εσωτερικό τού κτiρίου «Τόμας Τζέφερσον» της βιβλιοθήκης του αμερικανικού κογκρέσου. Πουθενά δεν επιγράφεται το όνομα του συγγραφέα από τόν οποίο είναι παρμένο το ρητό –τουλάχιστον δεν φαίνεται στη φωτογραφία. Σε αυτήν την σελίδα μπορείτε να δείτε παρόμοιες εικόνες και των υπολοίπων ρητών που κοσμούν το εσωτερικό τού κτιρίου.
Επιπλέον, σε αυτή τη σελίδα τής βιβλιοθήκης τού Κογκρέσου καταγράφονται όλα τά ρητά, αναφέρεται η ακριβής τους τοποθεσία στην χωροταξία τού κτιρίου και -το πιο ενδιαφέρον- μνημονεύονται αυτοί στους οποίους  αποδίδονται τα αποφθέγματα.
Κατά τους συντάκτες τής σελίδας λοιπόν, το ρητό ανήκει στον Διονύσιο. Σε ποιον Διονύσιο όμως δεν διευκρινίζεται. Στον Διονύσιο τον Θράκα, στον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα ή στον (Ψευδο)Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη; Σε κάποιον άλλον που δεν υπήρξε συγγραφέας, αλλά ίσως τύραννος ή ναύαρχος και του οποίου γνώμες ή αποφθέγματα καταγράφηκαν από κάποιον ιστορικό ή βιογράφο; Ή σε κάποιον συγγραφέα ή ποιητή χαμένων έργων, αποσπάσματα των οποίων σώζονται σε άλλα έργα; Πάντως το ρητό-αποδιδόμενο πάντα στόν Διονύσιο- κοσμεί και άλλη βιβλιοθήκη.
Στην αρχή νόμιζα ότι η απόδοσι του γνωμικού στον Διογένη προκλήθηκε από την αντίστοιχη στον Διονύσιο. Τί Διογένης, τί Διονύσιος, ίσως στόν μέσο αγγλόφωνο ακροατή και αναγνώστη τα δύο ονόματα να μοιάζουν κάπως και όλη η ελληνική αρχαιότητα να φαίνεται λίγο σαν μια ιστορικά εξωτική συγχρονία κάπου στο μυθικό παρελθόν, οπότε ο Διονύσιος και ο Διογένης να είναι περίπου δύο εκδοχές τού ίδιου προσώπου.
Τραβηγμένο, αλλά η διάδοσι του ρητού στο αγγλόφωνο διαδίκτυο κυριολεκτικά εντυπωσιάζει. Στο κάτω κάτω αυτοί που συλλέγουν γνωμικά συνήθως χρησιμοποιούν ως πηγές προϋπάρχουσες συλλογές γνωμικών και δεν ανατρέχουν στα κείμενα από όπου υποτίθεται ότι αυτά ελήφθησαν. Έτσι, αν το ρητό αποδοθεί σε λάθος πρόσωπο από κάποια σελίδα ή κάποιο έντυπο βιβλίο αποφθεγμάτων το λάθος κληρονομείται, διαιωνίζεται και πολλαπλασιάζεται.
Το αστείο είναι ότι και αυτοί που το αποδίδουν στον Διογένη (καί είναι η μεγάλη πλειονότητα) δεν συμφωνούν σχετικά με την ταυτότητα αυτού τού Διογένη: έτσι άλλοι το θέλουν τού Διογένη τού Κυνικού και άλλοι τού Διογένη τού Λαερτίου. Το ότι ο δεύτερος υπήρξε βιογράφος τού πρώτου προφανώς επέτεινε την σύγχυσι. Πάντως και οι οπαδοί του Λαερτίου χωρίζονται σε δύο μερίδες: η μία φαίνεται να εννοεί την φράσι ως ανήκουσα μεν στον Κυνικό, αλλά καταγραφείσα από τόν Λαέρτιο, ενώ η άλλη θέλει τον ίδιο τον Λαέρτιο κυνικό φιλόσοφο που έγραψε τό ρητό ως δικό του απόφθεγμα! Πρόκειται για τέλεια σύγχυσι μεταξύ τών δύο προσώπων. Να αναφέρει κάπου ο Λαέρτιος ως ενπαρόδω κάποιον Διονύσιο που είπε αυτήν την φράσι κι έπειτα ο Διονύσιος να αγνοήθηκε και να προέκυψε τό ζήτημα με τον Διογένη που από Λαέρτιος κατέληξε Κυνικός; (Ανεκδοτολογικού χαρακτήρα ευφυολογήματα του Αριστίππου και του Πλάτωνα προς τον Διονύσιο τον νεότερο των Συρακουσών καταγράφει ο Δ. Λαέρτιος, αλλά τέτοια φράσι δεν βρίσκω, το δε κείμενο του βίου του Διονυσίου τού Μεταθεμένου στό 7ο βιβλίο τού Λαερτίου είναι πολύ μικρό σε έκτασι και εύκολα διαπιστώνεται ότι τέτοια φράσι εκεί δέν υπάρχει).
Υπάρχει και μια τρίτη μερίδα που αποδίδει το ρητό στον Διογένη τον Κυνικό ή τον Λαέρτιο (κι εδώ υπάρχει σύγχυσι των δύο προσώπων) παραπέμποντας αορίστως στο Ανθολόγιο του Ιωάννη Στοβαίου.
Και, τέλος, μια όχι κι ευκαταφρόνητη μερίδα αποδίδει τό ρητό στον Διονύσιο Αλικαρνασσέα. Ε, αυτός είναι ο σημαντικότερος συγγραφέας με αυτό το όνομα, του οποίου και εκτενή έργα σώζονται, άρα αφού κοτζάμ ιστοσελίδα τής βιβλιοθήκης τού αμερικανικού Κονγκρέσου μάς διαβεβαιώνει ότι το απόφθεγμα ανήκει στον Διονύσιο, για ποιον άλλον Διονύσιο θα πρόκειται; Σαν να λέμε, τι κάνει νιάουνιάου στα κεραμίδια.
Αμ δε!
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, αυτή η μερίδα που θέλει για πηγή του επίμαχου ρητού τον Ιωάννη Στοβαίο δεν έχει άδικο. Πράγματι, στο Ανθολόγιό του βρίσκουμε το ρητό. Κι όταν το βρίσκουμε, καταλαβαίνουμε εκ των υστέρων όλη την πορεία τού σπασμένου τηλεφώνου που φόρτωσε το ρητό σέ δύο Διογένηδες και τούς έβαλε κατά κάποιον τρόπο νά μαλώνουν τόσους αιώνες μετά για την πατρότητά του.
Πρώτα απ’ όλα, τό απόσπασμα που μας αφορά έχει ως εξής: «τίς ὦν ἀρχὰ πολιτείας ἁπάσας; νέων τροφά». [Αυτό το ὦν έχει ψιλή, δεν είναι αντωνυμία, που δεν ταιριάζει και στο νόημα,. είναι δωρικός τύπος του «ουν», λοιπόν -ΝΣ]
Δωρικότατο από κάθε άποψι, ό,τι πρέπει για απόφθεγμα. Και ανήκει στο έργο «Περί Οσιότητος» ενός πυθαγορείου φιλοσόφου, του Διωτογένη, για τον οποίο μοναδική μας πηγή καθώς φαίνεται είναι ο Στοβαίος, που ανθολογεί κομμάτια από δύο έργα τού φιλοσόφου, τό «Περί οσιότητος»πού ήδη αναφέραμε καί από το οποίο ελήφθη τό ρητό και το «Περί Βασιλείας».
Ε, δεν είναι πια δύσκολο να καταλάβουμε πώς ο Διωτογένης έγινε Διογένης. Και στο γκουγκλ αν πληκτρολογήσετε «Διωτογένης» η μηχανή αναζητήσεως θα σας ρωτήσει «μήπως εννοείτε Διογένης»; Εμένα τουλάχιστον αυτό με ρωτάει. Το Διωτογένης είναι, ας πούμε με ορολογία κριτικής κειμένων, lectio difficilior. Δεν ξέρω από πότε χρονολογείται αυτή η παρεξήγησι, ούτε κι αν μπορούμε να εμπιστευτούμε τυφλά την πληροφορία ότι στό φύλλο της 25ηςΦεβρουαρίου 1899 του Albany Law Journal το ρητό αποδίδεται στον Διονύσιο Αλικαρνασσέα.
Να λοιπόν πώς γεννήθηκε ένα Λερναίο. Όχι Λερναίο βέβαια υπό τήν έννοια ότι τό ρητό είναι ανύπαρκτο, αλλά είναι ένα ρητό με λερναία πατρότητα. Η αγγλόφωνη βιβλιογραφία το θέλει ή τού Διογένη Λαερτίου ή τού Διογένη τού κυνικού ή τού Διονυσίου. Και δεν μιλάμε πάντα γιά περιθωριακές ιστοσελίδες, π.χ. η κυρία Emma Banks με το πλούσιο βιογραφικό της  ανήκει κι αυτή στην Λαερτιανή μερίδα, αν μας επιτρέπεται ο όρος:
Η ελληνική όμως δικτυόσφαιρα, στην οποία το ρητό απαντά σχεδόν αυτούσιο (σχεδόν, γιατί όπως και στην αγγλική του μετάφρασι δέν τσιτάρεται ως ρητορική ερώτησι με την ακολουθούσα απάντησι, αλλά διατυπωμένο με την απαραίτητη γιά κάθε γνωμικό πού σέβεται τον εαυτό του επιβλητική αποφθεγματική μεγαλοπρέπεια «αρχά πολιτείας απάσας νέων τροφά») η ελληνική λοιπόν δικτυόσφαιρα το θέλει του Πυθαγόρα. Φαίνεται πως η εξ αρχαιοτάτων χρόνων συνήθεια των Ελλήνων ν’ αποδίδουν στον ίδιο τον Πυθαγόρα οτιδήποτε έλεγαν οι πυθαγόρειοι καλά κρατεί.Ακόμη κι όταν τό ρητό μεταφέρεται αυτούσιο, είναι μερικές φορές φανερό ότι η γλώσσα του δεν γίνεται καταληπτή από αυτόν που το παραθέτει. Για παράδειγμα, εδώ.
Εδώ δεν παραλείφθηκε το «Τίς» αλλά τό ερωτηματικό, σαν να μπορεί έτσι να σταθεί η φράσι. Έμεινε όμως το κεφαλαίο Ν μετά το ελλείπον ερωτηματικό, σημάδι ότι η παράλειψι του τελευταίου μάλλον δένείναι τυπογραφικό λάθος, αλλά εσκεμμένη επέμβασι. Αλλού το «τροφά» περισπάται, λες κι είναι συνηρημένο σαν το «μνα»  (ένα ανα- μόνο τού λείπει από μπροστά για να πάρει την σημερινή του σημασία, αν εξαιρέσει κανείς το «α» αντί «η» που διατηρεί η δωρική από την ινδοευρωπαϊκή, κι όμως η λέξι γίνεται αγνώριστη).
Αλλού το ρητό –πάντα αποδιδόμενο στον Πυθαγόρα- εμφανίζεται κατά το ένα ήμισυ αττικοϊωνικό και κατά το έτερο ήμισυ δωρικό. Φαίνεται πως τόχει η μοίρα του στη μεν Δύσι να το διεκδικούν διάφοροι πατέρες, στη δε καθ’ ημάς Ανατολή να το διεκδικούν διάφορες διάλεκτοι. Έτσι και στην αρχαιότητα λεγόταν ότι επτά πόλεις διεκδικούσαν τήν καταγωγή τού Ομήρου. Επίζηλο απόφθεγμα.
Λέτε σιγά σιγά με τον τρόπο που στην Δύσι ταύτισαν τόν Διογένη τον Λαέρτιο με τον Διογένη τον Κυνικό, να ταυτίσουν κι εδώ οι δικοί μας τον αρχαίο Πυθαγόρα με τον Πυθαγόρα τον στιχουργό κι ύστερα όπως ο Διογένης έγινε Διονύσιος να… καρφιτσώσουν το ρητό στον Γκάτσο; Πάντως για να είμαστε δίκαιοι, κάποιοι εκδότες έτσι εκδίδουν τό κείμενο –θα ‘χουν τους λόγους τους να εξαττικίζουν το ων σε ουν, το απάσας σε απάσης (παρ’ όλο που λίγες αράδες παραπάνω διατηρούν το «συμπάσας») αλλά να αφήνουν τα αρχά και τροφά. Ε, από εκεί το «αρχά» να γίνει «αρχή», αλλά το τροφά να παραμείνει «τροφά» θαρρείς για να μη χαλάσει καμιά ομοιοκαταληξία (ο Γκάτσος που λέγαμε παραπάνω) ένα βηματάκι είναι. Όλο περίεργα πράγματα συμβαίνουν με αυτό το ρητό. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια ιστοσελίδα -ελληνική ή αγγλόγλωσση- στην οποία το ρητό τσιτάρεται κι αποδίδεται στον αληθινό του πατέρα – δεν το αποκλείω∙ θα πρόκειται πάντως για σταγόνα στόν ωκεανό, ίσως να είναι μια σελίδα ειδικών, π.χ. κλασικών φιλολόγων.
Η ταύτιση πάντως του δήθεν πυθαγορείου ρητού με την αγγλική του εκδοχή, όπου φέρεται ότι ανήκει στον Διογένη, δεν νομίζω ότι έγινε αντιληπτή. Αλλιώς οι διαφημιστές τού εγχώριου ΙΕΚ δεν θά απέδιδαν το ρητό στον Διογένη ούτε και θα το έγραφαν στα αγγλικά. Στα καθ’ ημάς δηλαδή, δεν μέτρησε η παρά μία συλλαβή ομοιότητα τών ονομάτων (Διωτογένης-Διογένης), αλλά το γεγονός ότι ο Διωτογένης ήταν πυθαγόρειος, η δέ μνεία τού Διογένη στο φυλλάδιο δείχνει ότι οι διαφημιστές το ρητό το πήραν από τήν αγγλική του εκδοχή κατ’ευθείαν είτε αγνοώντας την πυθαγόρεια εκδοχή τής πατρότητάς του στην ελληνική δικτυόσφαιρα είτε μη σκεπτόμενοι να ταυτίσουν την ελληνική με την αγγλική εκδοχή του ρητού.
Όταν βλέπω εκ των υστέρων όλη αυτή την περιπέτεια τής πατρότητας τού ρητού, μου έρχεται στο μυαλό η εικόνα ενός αποφθέγματος που όταν χαράχθηκε στην βιβλιοθήκη του Κογκρέσου μπήκε στα μεγάλα σαλόνια, της αριστοκρατίας να πούμε, στο κλαμπ των σπουδαίων ρήσεων, αλλά που του έλειπε η ευγενική καταγωγή. Ποιος ξέρει τόν Διωτογένη τον Πυθαγόρειο; Ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας του δεν θα τον ήξερε, αν δεν τον συμπεριλάμβανε στο ανθολόγιό του ένας μερακλής μελετητής των κειμένων και ανθολόγος πριν από τόσους αιώνες!
Χρειάστηκε λοιπόν τό ρητό και περγαμηνές ανάλογες με την εμβέλειά του. Ένας Διογένης, ένας Πυθαγόρας, έστω ένας Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, είναι πιο σικ, μόνο αυτοί είναι γεννημένοι για να λένε ρητά άξια να κοσμούν την βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, ποιος να ξέρει τον καημένο τον Διωτογένη; Ούτε καν οι μεγάλες γραμματολογίες του Λέσκυ ή του Μοντανάρι ή των Ήστερλινγκ-Νοξ δεν τον περιλαμβάνουν στα ευρετήριά τους.
Κι αν βγαίνει ένα δίδαγμα από όλα αυτά είναι το εξής: όλοι αυτοί που επικαλούνται το ρητό για να μας πείσουν πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η εκπαίδευσι των νέων, είτε πρόκειται για βιβλιοθήκες τού Κογκρέσου είτε για δοκτόρισσες των παιδαγωγικών είτε για ταπεινά ΙΕΚ της βαλκανικής γειτονιάς μας, καλό είναι να εφαρμόζουν πρώτα στον εαυτό τους επιστημονικές μεθόδους κτήσεως της γνώσεως και να μην εμπιστεύονται την τυχούσα ιστοσελίδα -ακόμη κι αν αυτή είναι (δυστυχώς) του αμερικανικού Κογκρέσου. Διότι,για να κλείσουμε κι εμείς μ’ ένα ρητό: οὕτως ἀταλαίπωρος τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας͵ καὶ ἐπὶ τὰ ἑτοῖμα μᾶλλον τρέπονται. (Θουκυδίδης 1,20,3) [Παναπεί, ο πολύς κόσμος δεν χαλάει και πολύ τη ζαχαρένια του αναζητώντας την αλήθεια: προτιμάει τα έτοιμα – ΝΣ]
Αναγκαστικά εκτενές το άρθρο, αλλά νομίζω ότι άξιζε τον κόπο. Το ιστολόγιο αισθάνεται περήφανο που κατάφερε, χάρη στον Κορνήλιο βέβαια, να βάλει τα γυαλιά σε κοτζάμ Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου! Όσο για τον Διωτογένη, πράγματι οι αναφορές στο πρόσωπό του είναι ελάχιστες. Με τα google books βρήκα ότι τον έχει παραθέσει σε άρθρο του ο Μ. Πλωρίτης, αλλά τελικά παραθέτει άλλο ρητό του, όχι το επίμαχο.
dionysΣαν υστερόγραφο, ο Κορνήλιος δίνει δειγματοληπτικά μερικούς λίκνους που αναφέρουν την αγγλική μορφή του ρητού και που σκιαγραφούν το χάος που επικρατεί. Μεγάλη αξία όμως έχει και η φωτογραφία αριστερά, από το Μουσείο για παλιές τέχνες και επαγγέλματα (Museum of early trades and crafts) του Νιου Τζέρσεϊ. Αν προσέξετε την κάτω εικόνα στο βιτρό, έχει την αγγλική μετάφραση του ρητού μας και (με μικρά γράμματα) την αποδίδει στον DIONYSIUS.
Θα τους στείλω μέιλ, να δούμε αν θα αλλάξουν το τζαμιλίκι!
http://www.giga-usa.com/quotes/authors/laertius_diogenes_a001.htm εδώ το  ρητό αποδίδεται στον κυνικό Διογένη Λαέρτιο (!) μέσω Στοβαίου
http://en.wikipedia.org/wiki/The_Citizens_Foundation στήν βίκι,  παρ΄όλο που στη σελίδα με τα ρητά από το έργο του αυτό δεν υπάρχει:http://en.wikiquote.org/wiki/Diogenes_La%C3%ABrtius

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Η ΠΡΟΣΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΜΑΗ ΤΟΥ '14 Ἤ ΑΛΛΩΣ ΠΕΡΙ ΛΩΖΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΚΟΖΑΝΗΣ

Ἕνα φάντασμα πλανᾶται πάνω ἀπὸ τὸ αἰώνιο σύμβολο τῆς βουκολικῆς εὐτοπίας, τὴν Ἀρκαδία. Εἶναι τὸ φάντασμα ἑνὸς νεαροῦ ποιητῆ ποὺ ξόδεψε τὴν νιότη του σὲ ἀτελέσφορους πλατωνικοὺς ἔρωτες ἀνάμεσα στὰ βαφλάδικα τῆς Καλαμαριᾶς καὶ τὰ γιαουρτάδικα τῆς Θεσσαλονίκης.  Ὅταν δὲν δήλωνε τὸ δυναμικὸ παρὼν στὶς ὁλομέλειες τοῦ κόμματός του (ὑποψήφιος τοῦ ὁποίου καὶ ὑπῆρξε) καταγινόταν μὲ τὴν πρόσληψι τοῦ Μάη τοῦ '68 ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες στιχουργοὺς τῆς δεκαετίας τοῦ '70. Μέχρι ποὺ ἕνας ἄλλος Μάης τοῦ τὰ κατέστρεψε ὅλα κι ἐκεῖνος, πληγωμένος ἀπὸ γυναῖκες κι Ἱστορία, ἀποσύρθηκε στὸ γαλήνιο Πικέρνι τῆς Ἀρκαδίας.Ὁ παράξενος ἐρημίτης ἐμφανίζεται πιὰ μόνο ὅπου καὶ ὅταν τὸ θέλῃ, συνήθως σὲ εὐειδεῖς τουρίστριες τῆς Ἐσπερίας (σὰν ἄλλος Βόγλης) στὶς ὁποῖες καὶ  ἀπαγγέλλει τὰ τραγούδια του, ποὺ δὲν ἀξιώθηκαν ποτὲ νὰ ντυθοῦν  μουσική. Τέτοιο ἕνα τραγοῦδι τοῦ ἀφιερώνουμε κι ἐμεῖς σήμερα κλίνοντας εὐλαβικὰ τὸ γόνυ στὴν ἁγνὴ ψυχή του. Μόνο ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ ἀποκρυπτογραφήσῃ τὰ πολλαπλὰ νοηματικὰ ἐπίπεδα τῶν φαινομενικὰ ἐπιφανειακῶν στίχων μας.





Ἕνα βαφλάδικο δίχως κομφόρ,
πραλίνα, μπισκόττο καὶ σάλτσα ῥοκφόρ,
ἕνα γιαουρτάδικο καὶ μέσα ἡ Νικόλ,
ἔντεχνο κι ὕστερα τζάζ, ῥὸκ ἒντ ῥόλλ.

Τί Λουκέρνη τί Πικέρνι

στὸ βουνὸ καράβι σέρνει.

Λίγο μὲ νοιάζουν οἱ λίγοι σταυροί,

ἡ νύχτα πάλι τὴν νύχτα θὰ βρῇ,
εἴτε Μαρκία εἴτε Μαρὶν
τί ἔχασα τώρα τί εἶχα πρίν.

Τί Λουκέρνη τί Πικέρνι

στὸ βουνὸ καράβι σέρνει.

Μαθήματα, κόμμα, σπίτι, γονεῖς,

πυτζάμες τὸ βράδυ κι ὕπνος νωρίς,
ἕνα τραγοῦδι τερπνὴ ἀκοή,
αὔριο πάλι θ' ἀλλάξω ζωή.

Τί Λουκέρνη τί Πικέρνι

στὸ βουνὸ καράβι σέρνει.



Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Πῶς μὲ δύο ὀνόματα ἀλλάζουμε ἕνα τραγοῦδι (μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπικείμενη συνάντησι Ποῦτιν-Σαμαρᾶ)



Ὁ Τσάρος βγῆκε, βγῆκε παγανιά
μέσ’ στὴ δική μου γειτονιά
κι ἀπό τὸν πολύ συλλογισμό 
ἔχασε τὸ λογαριασμό

Κι ἀπὸ μιὰ πόρτα χαμηλὴ 
κι ἀπὸ μιὰ σκοτεινὴ αὐλὴ
βγῆκε κλεφτά, κλεφτά ὁ Σαμαρᾶς
ὁ Σαμαρᾶς καὶ τοῦ εἶπε λόγια τῆς χαρᾶς
Ὁ Τσάρος βγῆκε, βγῆκε παγανιά
μέσ’ στὴ δική μου γειτονιά

Ὁ Τσάρος βγήκε, βγήκε παγανιά 
καὶ θέρισε μιὰ γειτονιά
καὶ ἔγινε μαῦρος οὐρανὸς
καὶ ἀνεμοζάλη καὶ καπνός.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Παρατηρήσεις τινὲς περὶ τῆς μεταφράσεως βιβλικῶν ὀνομάτων εἰς τὸ μυθιστόρημα "Ἰβανόης".

Σήμερα τὸ Κορνηλιοδικεῖον ἐπανασυγκροτεῖται, τούτη τὴν φορὰ ὄχι γιὰ νὰ συνθέσῃ στιχηρὰ ἰδιόμελα οὔτε γιὰ νὰ λημματογραφήσῃ εἰς καθαρεύουσαν λέξεις στὸ λεξικὸ πολιτικῆς ὀρθότητος, ἀλλὰ γιὰ μιὰ σύντομη καὶ πολὺ συγκεκριμένη μεταφραστικὴ κριτική. Ἀμήν.




Τελείωσα προσφάτως τὴν ἀνάγνωσι τοῦ μυθιστορήματος "Ἰβανόης" τοῦ Σὲρ Οὐῶλτερ Σκόττ.  Δὲν θὰ προβῶ σὲ λογοτεχνικὴ - αἰσθητικὴ ἀποτίμησι τοῦ κορυφαίου κατ' ἐμὲ αὐτοῦ ἔργου (ἡ ἀδυναμία μου στὰ ἱστορικὰ μυθιστορήματα μὲ χρόνο δράσεως τὸν μεσαίωνα εἶναι δεδομένη), θέλω μόνο νὰ προχωρήσω σὲ ὡρισμένες παρατηρήσεις μεταφραστικῆς φύσεως καὶ πιὸ συγκεκριμένα σὲ λάθη ποὺ ἐντόπισα στὴν μετάφρασι-μεταγραφή βιβλικῶν κυρίως ὀνομάτων. Ἐν ᾧ λοιπὸν θεωρῶ πὼς ἡ μετάφρασι εἶναι πολὺ καλή, ἐξ ὅσων συνεπέρανα  ἀντιπαραβάλλοντάς την ἐντελῶς  δειγματοληπτικῶς καὶ ἀποσπασματικῶς  πρὸς τὸ πρωτότυπο κείμενο,  κι ἐν ᾧ ὁ λόγος της ῥέει, ὡστόσο μιὰ σειρὰ λαθῶν σὲ βιβλικὰ κυρίως ὀνόματα δὲν μπορεῖ νὰ περάσῃ ἀπαρατήρητη. Χρεώνω τὰ λάθη αὐτὰ σὲ πραγματολογικὴ κυρίως ἄγνοια (ἢ ὀκνηρία) τοῦ μεταφραστῆ καὶ τοῦ ἐπιμελητῆ καὶ ὄχι σὲ γλωσσικὴ ἀνεπάρκεια.
Ἀναφέρομαι στὴν έκδοσι τοῦ ἔργου ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Καλέντη, Ἀθήνα, 2001.
 
Στ
ὴν σελίδα 67 διαβάζουμε: "Αισθάνομαι τα μαχαίρια να μου σχίζουν τη σάρκα, τα βασανιστήρια να απειλούν το σώμα μου σαν πριόνια, και τσεκούρια και δρεπάνια πάνω από τους άντρες του Ραμπάτ, και πάνω από τις πόλεις και τα παιδιά του Αμμών". Ἀναρωτιέται κανεὶς γιατί τὸ Rabbah τοῦ πρωτοτύπου μεταμορφώθηκε στὴν μετάφρασι σὲ πρωτεύουσα τοῦ Μαρόκου. Τὸ ὄνομα τῆς πόλεως ἔχει μεταγραφῆ ἀπὸ τοὺς Ο' ὡς «Ῥαββὰθ» ἤδη ἀπὸ τὸν Γ' π.Χ. αἰῶνα καὶ ἔτσι βρίσκεται καὶ στὶς νεοελληνικὲς μεταφράσεις τῆς Π.Δ. Καὶ φυσικὰ εἶναι γένους  θηλυκοῦ.
Στὴν σελίδα 109 διαβάζουμε: "και ο Σιχών, ο βασιλιάς των Αμοριτών". Ἐντάξει, τὸ «Αμοριτών» δὲν τὸ λὲς καὶ λάθος, παρ' ὅλο ποὺ τὸ ὄνομα τοῦ λαοῦ στὴν ΠΔ ἀπαντᾷ ὡς «Ἀμορραῖοι», ἀλλὰ τὸ Σιχὼν εἶναι λάθος μεταγραφὴ τοῦ ἀγγλικοῦ Sihon ποὺ χρησιμοποεῖ ὁ Σκόττ, ὁ ὁποῖος φυσικὰ τὸ παίρνει ἀπὸ τὴν Ἰακωβιανὴ μετάφρασι τῆς Βίβλου. Τὸ ὄνομα ὅμως στὰ ἑλληνικὰ ἤδη ἀπὸ τὸν Γ' π.Χ. αἰῶνα ἔχει μεταγραφῆ ὡς «Σηὼν» καὶ ἔτσι ἀπαντᾷ στὸ Δευτερονόμιο (2,31). Νὰ τὸ διατηρῇς  ἔτσι, «Σιχών», σὲ ἑλληνόγλωσσο κείμενο εἶναι σὰν νὰ λὲς «ὁ Ἄιζαακ, ὁ γιὸς τοῦ Ἔιμπρααμ, τοῦ γενάρχη τοῦ Ἴζραελ"....
Στὴν ἴδια ἀκριβῶς σελίδα καὶ ἀράδα διαβάζουμε: «όπως ο Αγκ, ο βασιλιάς του Μπασάν». Τώρα μή μὲ ρωτήσετε πῶς τὸ Og του πρωτοτύπου ἔγινε «Αγκ», πάντως πρόκειται γιὰ τὸν Ὤγ, τὸν βασιλέα τῆς Βασάν (Ἀριθμοί 21,33 καὶ ἀλλοῦ καὶ σὲ ἄλλα βιβλία τῆς ΠΔ, συνολικὰ δεκάδες φορές). Κι αὐτὸ τὸ "Μπασὰν" ἀντὶ "Βασάν"... σὰν νὰ γράφῃς σὲ ἑλληνικὸ μυθιστόρημα "ὅταν ὁ δήμαρχος τοῦ Μπερλὶν ταξίδεψε στὸ Νιοὺ Γιόρκ".
Στὴν σελίδα 148 διαβάζουμε "ποτέ δεν προχώρησε περισσότερο από το Ασκαλόν, που όπως ήξερε όλος ο κόσμος ήταν μια πόλη των Φιλισταίων".  Ἔτσι μὲ ὄμικρον καὶ τὸν τόνο στὴν λήγουσα σὰν νἆναι κανένα γαλλικὸ μεσαιωνικὸ φρούριο. Ἀσκάλων λέγεται ἡ πόλι στὰ ἑλληνικὰ καὶ εἶναι θηλυκοῦ γένους, πασίγνωστη πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν μετάφρασι τῶν Ο', ἀπὸ τοὺς προκλασσικοὺς καὶ κλασσικοὺς χρόνους, ἤδη ἀπὸ τὸν λυρικὸ ποιητὴ Ἀλκαῖο ποὺ τὴν μνημονεύει σὲ ἕνα σωζόμενο ἀπόσπασμά του (48,11  Lobel- Page), καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο (1,105) ποὺ κάνει λόγο γιὰ μιὰ ἐπιδρομὴ τῶν Σκυθῶν στὴν Ἀσκάλωνα καὶ στὸ ἐκεῖ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης (μὲ αὐτὴν τὴν θεὰ ταυτίζει συγκρητιστικῶς ὁ Ἡρόδοτος τὴν ἐκεῖ λατρευομένη θεότητα) γιὰ τὸ ὁποῖο περισσότερες πληροφορίες δίνει ἕνα σωζόμενο ἀπόσπασμα τοῦ Κτησία. Πάμπολλες φορές ἀνευρίσκεται τὸ ὄνομα τῆς πόλεως στὴν Π.Δ. Μερικοί τονίζουν «Ἀσκαλὼν» (τῆς Ασκαλῶνος), κακῶς κατ' ἐμέ, ἀλλ’ ἔτσι ἄκλιτο καὶ οὐδέτερο «Ἀσκαλόν», ὅπως λέμε Ἀβινιὸν (ποὺ συνήθως δηλαδή λέμε «Ἡ Ἀβινιὸν») ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὸ ξανασυνάντησα.
Στὴν σελίδα 184 ὁ ἐρημίτης καυχᾶται γιὰ τὴν ἐπιδεξιότητά του στὸν χειρισμὸ διαφόρων ὅπλων "ἀπὸ τὸ ψαλίδι τῆς Δαλιδᾶς καὶ τὸ καρφὶ τοῦ Ζαὲλ ὡς τὸ γιαταγάνι τοῦ Γολιάθ". Ποιός εἶναι ὅμως αὐτὸς ὁ Ζαὲλ καὶ τί εἶναι αὐτὸ τὸ περίφημο καρφί του; Σὲ μία ἔκδοσι μὲ 21 σημειώσεις τοῦ ἐπιμελητῆ στὶς ὁποῖες μᾶς ἐξηγεῖ ποιός ἦταν ὁ Ῥιχάρδος ὁ Λεοντόκαρδος, οἱ Ναῗτες, ὁ ποιητὴς Ἰουβενάλις καὶ ὁ Ἔντμερ τοῦ Καντέρμπουρι δὲν θὰ ἄξιζε μιὰ -ἐλάχιστη ἔστω- ἀναφορὰ στὸν μυστηριώδη αὐτὸν καὶ ἄγνωστο Ζαέλ; Καὶ τί δουλειὰ ἔχει αὐτὸς ὁ Ζαέλ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομά  θυμίζει Γάλλο σταυροφόρο, ἀνάμεσα στὰ βιβλικὰ πρόσωπα τῆς Δαλιδᾶς καὶ τοῦ Γολιάθ; Ἄνατρέχοντας στὸ πρωτότυπο βλέπουμε ὅτι τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος πρόσωπο ἀναφέρεται ὡς «Jael». Κάπως διαλευκαίνεται τὸ μυστήριο. Κατ’ ἀρχὰς δὲν εἶναι «ὁ», ἀλλὰ «ἡ». Εἶναι ἡ περίφημη Ἰσραηλίτισσα Ἰαήλ, ποὺ μὲ ἕνα σφυρί κι ἕνα μετάλλινο πάσσαλο, ἀπ' αὐτοὺς ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὸ στήσιμο σκηνών καὶ ποὺ στὸ πρωτότυπο τοῦ Ἰβανόη ὀνομάζεται "tenpenny nail", στὴν Ἰακωβιανή "nail", στὴν Βουλγάτα clavus= καρφί (διότι περὶ μεγάλου μεταλλικοῦ καρφιοῦ πρόκειται, δηλαδὴ περὶ ἑνὸς μικροῦ μεταλλικοῦ πασσάλου) καὶ στοὺς Ο' (Κριταὶ 5,26) "πάσσαλος", σκότωσε τὸν ἀρχιστράτηγο τῶν Χαναναίων Σισάρα. Πάλι καλὰ ποὺ μετέφρασε «Δαλιδά» τὸ «Delilah» τοῦ πρωτοτύπου, γιατὶ ἀκόμη θὰ ψάχναμε ποιός ἦταν ὁ Ντελίλαχ.
Στὴν σελίδα 401 ὁ μέγας Μάγιστρος τοῦ τάγματος τῶν Ναϊτῶν, ἐξωργισμένος ἀπὸ τὴν διαφθορά ποὺ ἐπικρατεῖ στὶς τάξεις τῶν ἱπποτῶν τοῦ Ναοῦ, ἐξομολογεῖται ὅτι φαντάζεται τὶς ψυχὲς τῶν ἱδρυτῶν τοῦ τάγματος νὰ τὸν ἐπιπλήττουν: «Σκότωσε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἄντρες καὶ γυναῖκες! Πάρε τὸν πυρσὸ τοῦ Φινέα!" Γνωστός ὁ μάντης Φινέας ὰπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνική μυθολογία καὶ λογοτεχνία, ἀλλὰ πυρσὸ μὲ τὸν ὁποῖο νὰ καίῃ ἁμαρτωλούς καὶ μάλιστα κατὰ τρόπο ποὺ θὰ μνημονευόταν εὐφήμως ἀπὸ χριστιανὸ καλόγερο τοῦ μεσαίωνα δὲν νομίζω νὰ κράτησε ποτέ. Ὁ μεταφραστὴς ἁπλῶς μετέγραψε πιστὰ μὲ μιὰ ἁπλῆ ἀλφαβητικὴ ὑποκατάστασι τὸ ἀγγλικὸ "Phineas" τοῦ πρωτοτύπου ὡς "Φινέας" χωρὶς νὰ τοῦ περάσῃ οὔτε κἂν σὰν ὑποψία ἀπὸ τὸ μυαλὸ ἡ σκέψι ὅτι ἔτσι γράφεται στὰ ἀγγλικὰ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Φινεές, ἐγγονοῦ τοῦ Ἀαρὼν καὶ κληρονομικοῦ ἀρχιερέως, μὲ τὴν καθοδήγησι τοῦ ὁποίου ὡς πληρεξουσίου τοῦ Μωυσέως οἱ Ἰσραηλῖτες, ἀφ’οὗ νίκησαν σὲ μάχη τοὺς Μαδιανῖτες, ἔκαψαν στὴν συνέχεια ὅλες τὶς πόλεις τους (Ἀριθμοί 31,6-10). Μάλιστα οἱ Ίσραηλῖτες κράτησαν ὡς αἰχμάλωτες τὶς γυναῖκες τῶν Μαδιανιτῶν, κάτι ποὺ ἐξώργισε τὸν Μωυσῆ, καὶ τὸν ὡδήγησε στὸ νὰ διατάξῃ τὴν θανάτωσι ὅλων τῶν σεξουαλικῶς ἐμπείρων γυναικῶν. Καὶ νομίζω πὼς τὸ γεγονὸς αὐτὸ κυρίως ἀπηχεῖται στὴν ἐδῶ ἀναφορὰ τοῦ μεγάλου Μαγίστρου.
μερικές λεπτομέρειες:

σελ 303: τὸ σωστὸ εἶναι «Ἰδουμαία» καὶ ὄχι «Ιδουμέα» ὅπως ἐσφαλμένως γράφει ὁ μεταφραστὴς ἐπηρεασμένος μᾶλλον ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ Idumea τοῦ πρωτοτύπου.

passim σ
ὲ ὅλο τὸ ἔργο: «Βελιάλ». Παρ΄ ὅλο ποὺ στὴν ὑποσημείωσι 17 ὁ ἐπιμελητὴς παραπέμπει στὴν Β' Κο 6,15 δὲν ἔκανε τὸν κόπο νὰ τὴν ἀνοίξῃ γιὰ νὰ δῇ ὄτι τὸ ὄνομα εῖναι παραξύτονο: «Βελίαλ».
Ἐνδεχομένως νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τέτοια λάθη ποὺ ἐγὼ δὲν παρατήρησα, γιατὶ ποτὲ δεν φαντάστηκα ὅτι θὰ καθόμουν νὰ γράψω ὅλο αὐτὸ τὸ σεντόνι κι ἔτσι δὲν μπῆκα στὸν κόπο νὰ κρατήσω σημειώσεις ὅσο διάβαζα, ὁπότε γιὰ νὰ γράψω τὸ παρὸν ἀρθράκι ἔπρεπε νὰ ἀνατρέχω στὶς σελίδες τοῦ βιβλίου, στὰ σημεῖα ποὺ ἀπὸ μνήμης περίμενα νὰ βρῶ τὰ λάθη ποὺ ἐπεσήμανα.